Κυριακή 7 Απριλίου 2019

Κάτι όμορφες αφορμές (Ένας καβγάς και μία κηδεία)


Εδώ που τα λέμε, είναι πραγματικά υπέροχες. Έχω μέρες που ανακατεύω την κατσαρόλα του μυαλού μου. Δεν ξέρω αν είναι απόρροια των τελευταίων συγκυριών ή αν απλά είναι η ώρα. Η αλήθεια είναι πως αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι φοβάμαι. Φοβάμαι πως δεν μπορώ πια να γράψω με άνεση. Όσο περνάει ο καιρός, πείθω τον εαυτό μου πως έχω να κάνω πράγματα, ενώ στην πραγματικότητα απλώς οι θέσεις των λέξεων δεν είναι τόσο εύκολες όσο παλιά. Το καινούριο λάπτοπ μου φαίνεται ξένο. Το πληκτρολόγιο με ενοχλεί. Οι σκέψεις μου είναι πολύ πιο τακτοποιημένες λίγο πριν κοιμηθώ. Δεν είναι τόσο συγκροτημένες όταν ξυπνάω.

Στο πλαίσιο γενικών ανακατατάξεων, σκέφτηκα να διαγράψω κείμενα από το blog μου για τα οποία υπήρξα ευχαριστημένη ως «ανήλικος συγγραφέας», αλλά είναι άκρως απογοητευτικά για μένα ως «ενήλικας αναγνώστης». Ωστόσο, θα ήταν ντροπή μου να κρύψω την οποιαδήποτε «συγγραφική εξέλιξη» μου. Περηφάνια μου, λοιπόν, οι βλακείες που έγραφα τότε. Περηφάνια μου και οι βλακείες που γράφω τώρα.

(Θα φάω το πληκτρολόγιο. Δεν μπορώ να το συνηθίσω με τίποτα!)


Στο θέμα μας:


Είναι γεγονός ότι δεν του πήγαινε το κοστούμι του Τάκη. Έμοιαζε με αστείο δημόσιο υπάλληλο, αλλά δεν είχε τίποτε άλλο να φορέσει για την περίσταση στο χωριό. Το κοστούμι δεν ήταν καν δικό του. Το είχε παρατημένο στην παλιά ντουλάπα του σπιτιού ο πατέρας του. Δεν του καθόταν πολύ καλά και το παντελόνι ήταν λίγο στενό στην περιφέρεια, αλλά τι να κάνει; «Πάντα αυτά κάνεις», έλεγε συχνά η μάνα του. «Μια ζωή απροετοίμαστος κι ύστερα ότι τύχει.». Η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να προετοιμαστεί γι’αυτό. Ήθελε να μη γίνει. Περπατούσε αμίλητος προς το νεκροταφείο κοιτώντας τα παπούτσια του. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του σακακιού. Ανακάλυψε μια μικρή τρύπα στην δεξιά τσέπη.

Ο θείος Μενέλαος ήταν καλός άνθρωπος. Ίσως όχι τόσο συμπαθής σε όλο το σόι, αλλά ο Τάκης τον αγαπούσε πολύ. Κι ο θείος Μενέλαος τον αγαπούσε τον Τάκη πολύ. Έλεγε πάντα ότι μοιάζανε. Όχι φυσιογνωμικά, γιατί ο θείος ήταν άσχημος κι ο Τάκης πέρναγε για πιο συμπαθητικός. Είχε δύο κόρες -μεγαλύτερες από τον Τάκη- που είχαν παντρευτεί και οι δύο. Η μία έμενε στη Στοκχόλμη, η άλλη στο Άμστερνταμ. «Αφού δεν πήγαν στο φεγγάρι, πάλι καλά να λέω», έλεγε συνέχεια μισογελώντας. Τον έτσουζε που δεν τις έβλεπε συχνά, αλλά δεν ήθελε να το δείχνει. Περπατούσαν κι εκείνες με κατεύθυνση προς το νεκροταφείο λίγο πιο μπροστά από τον Τάκη. Έδειχναν στενοχωρημένες. Είχαν ενάμιση χρόνο να δουν το θείο Μενέλαο. Ο θείος είχε τα προβλήματα υγείας του όπως όλοι οι θείοι αντίστοιχης ηλικίας, αλλά τίποτα ιδιαίτερα ανησυχητικό. Ξαφνικά ο Τάκης σκέφτηκε τον πατέρα του. Έδιωξε την ανησυχητική σκέψη σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Ακούμπησε τον ώμο του πατέρα του που περπατούσε δίπλα για να σιγουρέψει την παρουσία του. Δεν ξανασκέφτηκε κάτι άλλο ούτε μίλησε μέχρι το τέλος της κηδείας.

Το καφενείο του χωριού μύριζε παρακμή. Ήταν, όμως, το μοναδικό καφενείο στο χωριό και δεν υπήρχε άλλη επιλογή για να προσφέρει το σόι μας καφέ. Η θεία Βέτα που δεν ήθελε να τη φωνάζουν θεία Ελισάβετ γιατί -λέει- ένιωθε μεγαλύτερη, ήταν κάθετη. Δεν θα καθόταν να ανοίξει κλειστό σπίτι, να καθαρίσει και να ταλαιπωρηθεί για να προσφέρει καφέ και παξιμάδι. «Όποιος θέλει ας έρθει στο καφενείο κι ύστερα ο καθένας σπίτι του. Να ηρεμήσουμε και λίγο!». Ο Τάκης έκατσε στο τραπέζι με τους δικούς του κι έπινε ήσυχα καφέ. Άκουγε τις συζητήσεις που ερχόταν από γύρω του ανακατεμένες.

«Μα τέτοιο κακό στα ξαφνικά, ποιός το περίμενε;», από κάποιον στην άκρη του τραπεζιού.

«Έκανε βαρύ κρύο φέτος. Τα δώσαμε όλα στο πετρέλαιο.», από μια μακρινή θεία.

«Έτσι είναι τα καρδιακά. Ύπουλα! Εκεί που δεν το περιμένεις...», από τον ξάδερφο της μάνας του Τάκη.

«Εσείς δήλωση στο κτηματολόγιο κάνατε, ε;», από το δίπλα τραπέζι.

«Θεός σ’χωρέσ’τον!», άκουγε από όλα τα τραπέζια.

Ώσπου, στο τέλος αφαιρέθηκε εντελώς και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις ομιλίες. Τώρα παρατηρούσε μόνο τα πρόσωπα και τις εκφράσεις που έβλεπε γύρω του. Δοκίμασε λίγο παξιμάδι. Ήταν απαίσιο. Έκατσε σιωπηλός κοιτώντας την άκρη του τραπεζιού. Το ξύλο έκανε μια μικρή ρωγμή. Συγκεντρώθηκε σ’ αυτή, ώσπου ο κόσμος άρχισε να χαιρετά και να αποχωρεί όσο περνούσε η ώρα. Δεν ήθελε να χαιρετίσει κανέναν. Κουνούσε το κεφάλι και έδινε το χέρι με το ζόρι. Στο τέλος, έμειναν μόνο οι δικοί του.

«Άντε σηκωθείτε να πάμε να φάμε, επιτέλους. Μεσημέριασε.», άκουσε τη μάνα του να λέει τόσο σιγά σαν να μιλούσε στον εαυτό της.

Ο Τάκης πεινούσε απίστευτα. Το είχε γυρίσει από καφέ σε κονιάκ εδώ και ώρα και ένιωθε μια ζέστη εσωτερική που έκανε τα αυτιά του να καίνε. Το σπίτι ήταν πολύ κοντά στο καφενείο, όμως, εκείνος βαριόταν να περπατήσει μέχρι εκεί. Βαριόταν μέχρι και να σηκωθεί από την καρέκλα. Έβαλε τα χέρια στα γόνατά του κάνοντας μια συνειδητή προσπάθεια να σηκωθεί.

Περπατούσε αργά πίσω από τους άλλους, ώσπου ξέμεινε αρκετά. Δεν τους έβλεπε πια. Προσπερνούσε τα σπίτια του χωριού ένα-ένα στο δρόμο, παρατηρώντας τις αυλές. Για μια στιγμή πίστεψε πως όλα ήταν ακατοίκητα. Καθώς περνούσε το σπίτι του κου Ζήση, έπεσε το μάτι του σε ένα γύψινο αετό που διακοσμούσε την είσοδο της αυλής. Είχε γίνει πράσινος από τη μούχλα και την πολυκαιρία. Τα ραγίσματά του ήταν έντονα. Πάντα το μισούσε αυτό το πτηνό. Ήταν κακάσχημο και δεν ταίριαζε με την αυλή. Για την ακρίβεια δεν ταίριαζε με καμία αυλή. Ασυναίσθητα του έριξε μια κλωτσιά. Δεν κατάλαβε αν έβαλε δύναμη. Ο γύψινος αετός έγινε κομμάτια. Ήταν εντελώς κούφιος. Ένιωσε πανικό και ανακούφιση ταυτόχρονα. Κατάλαβε ότι είχε ακόμα νεύρα.

Είδε το Βασίλη να βγαίνει από το σπίτι και να τον πλησιάζει με γρήγορο βήμα. Ο Βασίλης ήταν ο γιος του κου Ζήση. Ήταν ένας γλοιώδης, κοκκινοπρόσωπος τύπος με καστανοκόκκινα μαλλιά. Δεν ήταν χοντρός, αλλά είχε μια περίεργη κοιλιά που δεν ταίριαζε με τον σωματότυπό του. Παρ’ ότι ήταν στην ηλικία του Τάκη, έμοιαζε τουλάχιστον πέντε χρόνια μεγαλύτερος. Δεν τα πήγαινε καλά με τον Τάκη από τότε που ήταν παιδιά χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Κανείς από τους δύο δεν θυμόταν γιατί είχαν τσακωθεί πρώτη φορά, αλλά η εμπάθεια ήταν αμοιβαία και έβρισκαν συχνά τρόπους να ενοχλούν ο ένας τον άλλο. Ο πατέρας του Βασίλη ήταν ένας στριμμένος σκατόγερος ακόμα και όταν ήταν νέος.

«Πας καλά, ρε μαλάκα; Κατάλαβες τη ζημιά έκανες;», φώναξε ο Βασίλης πριν ακόμα φτάσει κοντά στον Τάκη.

Ο Τάκης δεν ήθελε να μιλήσει. Δεν είχε όρεξη να ασχοληθεί να απαντήσει. Πόσο μάλλον να δικαιολογηθεί για το κακάσχημο πτηνό. Σκέφτηκε ότι ήταν μια μεγάλη βελτίωση στην αισθητική του χωριού. Ο Βασίλης συνέχιζε να φωνάζει και να βρίζει. Ο Τάκης δεν άντεξε άλλο. Ένιωθε τα αυτιά του να καίνε από το κονιάκ. Του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι.

«Δε γαμιέσαι κι εσύ», είπε σιγανά ο Τάκης. Του έδωσε μια μπουνιά στη μύτη. Πάλι δεν κατάλαβε αν έβαλε δύναμη. Ο Βασίλης έκανε ένα βήμα προς τα πίσω. Ήταν φανερό ότι δεν το περίμενε. Ποτέ δεν συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο, αλλά κανείς δεν είχε τολμήσει να ξεκινήσει τέτοιο καβγά. Μια φορά μόνο όταν ήταν παιδιά και ο Βασίλης είχε κλέψει μια μπάλα για πλάκα, αλλά και πάλι ήταν ένας παιδικός καβγάς. Από εκείνους που κατά βάση κλωτσάς τον αέρα. Ο Τάκης είδε το αίμα να τρέχει από τη μύτη του Βασίλη. Ήθελε κι άλλο. Αυτή τη φορά έβαλε δύναμη συνειδητά. Πέτυχε το μάγουλο του Βασίλη. Εκείνος αντέδρασε γρήγορα και έριξε μια δυνατή στο μάτι του Τάκη.

«Φύγε ρε!», είπε ο Βασίλης λαχανιασμένος. Ο Τάκης έριξε μια ματιά στη ματωμένη μούρη του Βασίλη. Κατάλαβε ότι ήταν αρκετό. Ένιωσε τα νεύρα να φεύγουν. Ρουθούνισε δυνατά και γύρισε να φύγει. Είδε τον κο Ζήση να παρακολουθεί πίσω από την κουρτίνα στο παράθυρο του πάνω ορόφου. Καθώς απομακρυνόταν, άκουγε το Βασίλη να φωνάζει ακόμα. Περπατούσε σκυφτός, ώσπου κατάλαβε ότι έφτασε σπίτι.

Μπήκε από την είσοδο της κουζίνας. Έκλεισε την πόρτα και κοίταξε προς το δωμάτιο. Οι δικοί του μόλις είχαν στρώσει να φάνε. Η μάνα του τον κοιτούσε με τρόμο και οργή.

«Τι έγινε, ρε χαμένε; Πως έγινες έτσι;», ρώτησε ο πατέρας του. Ήταν συνηθισμένος με τις μαλακίες του γιού του.

«Ο Βασίλης. Με νευρίασε. Έσπασα καταλάθος τον κωλοαετό της εισόδου και το πήρε βαριά», είπε ο Τάκης πολύ ήρεμα. Όλα τα νεύρα του είχαν φύγει στον καβγά και τώρα νύσταζε απίστευτα. Ο πατέρας του γέλασε και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι τσίπουρο που είχε μπροστά του. Ο Τάκης έκατσε να φάει.

«Δεν αισθάνεσαι καθόλου ντροπή, ρε Τάκη; Στην κηδεία; Θα σας είδε όλο το χωριό. Δεκαπέντε μέρες το χρόνο έρχεσαι και συζητάει το χωριό για ένα μήνα. Τι θα πω εγώ στην κα Ελένη; Να πας αύριο να ζητήσεις συγνώμη.», είπε η μάνα του προσπαθώντας να παρατηρήσει το μάτι του Τάκη. Είχε ήδη φέρει μια παγοκύστη και την ακούμπησε στο μάτι του. Φαινόταν ανήσυχη και έξαλλη. Ήθελε πάντα να κρατάει τους τύπους. Η θεία Βέτα δεν μίλησε. Ένιωθες, όμως, από μακριά τη δυσαρέσκεια και την απογοήτευσή της. Ο Τάκης έφαγε γρήγορα και άναψε τσιγάρο. Χέστηκε για τη γνώμη της θείας Βέτας. Χέστηκε και για τη γνώμη όλου του χωριού.

«Δεν μας παρατάς, ρε συ Ηλέκτρα, με την κα Ελένη; Τέτοιος βλάκας είναι και ο γιος της. Καταλάθος έγινε. Δεν λες πάλι καλά που διαλύθηκε το κωλοπούλι και δεν θα το βλέπουμε άλλο;». Ο πατέρας του Τάκη προσπαθούσε πλέον συνειδητά να μην γελάσει.

«Νύσταξα.», είπε ο Τάκης και σηκώθηκε απότομα. Έσβησε το τσιγάρο και πήγε να κοιμηθεί. Ήξερε ότι θα πιανόταν πάλι στο μονό κρεβάτι του πίσω δωματίου, αλλά δεν τον ενδιέφερε. Ήθελε να κοιμηθεί.  Πέρασε τον καθρέφτη του διαδρόμου και έριξε μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπό του. Το μάτι του είχε αρχίσει να πρήζεται. Ήξερε ότι την επόμενη μέρα θα ήταν μαύρο. Του έλειπε ο θείος Μενέλαος από το τραπέζι. Σκέφτηκε πόσο θα γελούσε με τη μύτη του Βασίλη. Ένιωσε στα αυτιά του τα νεύρα να επιστρέφουν. Ξάπλωσε και κοίταξε το ταβάνι, περιμένοντας να κοιμηθεί. Αν κατάφερνε να κοιμηθεί…

Θα τα ξαναπούμε σύντομα πιστεύω. Τόσο εγώ, όσο και ο Τάκης έχουμε πολλά να πούμε ακόμα...