Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Είναι μεγάλες οι νύχτες

Και έτσι ξαφνικά έχεις έμπνευση. Γενικά, έχεις έμπνευση σε πολύ έντονες στιγμές. Και βαριέσαι να πατήσεις, ρε φιλαράκι τα κουμπιά γιατί πήγε 3 και δεν μπορείς να κάνεις καταχρήσεις για να στέκεσαι πλέον. Για την υγεία, σου λέει ο άλλος. Παπαριές! Και τι δεν θα 'δινες για μια μυρωδάτη κατάχρηση. Μπορεί σου περνούσε η ένταση. Μπορεί να σε έπαιρνε επιτέλους ο πούστης ο ύπνος να ησυχάσεις.

Που λες πάει 3 το πρωί και για να μην κοιμηθείς ο εγκέφαλος σου περνάει από κόσκινο μόνος του. Και κάνεις μια ανασκόπηση για τις σχέσεις τις ζωής σου. Εκεί είναι που δεν κοιμάσαι. Ο Δ. ήταν πολύ μεγάλο καθίκι τελικά και χτυπιόμουνα χρόνια. Και ο Θ. για μπάτσες ήταν και ο Ν. πάλι και ο Ε. και ο Π. κ.ο.κ. Περιπτωσάρες μία και μία όλοι τους. Και λες γιατί ρε πούστη μου το μοναδικό κοινό που έχουν όλοι αυτοί να είναι εγώ; Αν είσαι ηλίθιος λες με κυνηγάνε οι μαλάκες. Αν το σκεφτείς λίγο διαφορετικά, λες μήπως τους κυνηγάω εγώ; Και κάπου εκεί φτάνεις στο σημείο τραγικής ειρωνίας να παραδέχεσαι κρυφά από μέσα σου: "Ο Μ. ήταν καλό παιδί και ο μόνος που με νοιάστηκε πραγματικά." Κι ήταν κι ο μόνος που χώρισες εσύ κι όχι αυτός εσένα. Κι εκεί καταλαβαίνεις ότι έχεις προβλήματα.

Ανάβεις ένα τσιγάρο να το σκεφτείς καθαρά. Γαμώ την έμπνευση, γαμώ. Όταν είσαι σε πλήρη επαγρύπνηση αρχίζουν και χάνονται οι λέξεις. Σαν να θέλουν να έρθουν μονάχα όταν δεν είσαι νηφάλιος. Αδειάζεις το ένα τασάκι μέσα στο άλλο γιατί βαριέσαι να σηκωθείς να πετάξεις τα σκουπίδια.Σε τυφλώνει και το φως από laptop, αλλά δεν ψήνεσαι να ανάψεις το φως να τα γράψεις σε χαρτί. Σταματάς. Ανάβεις το φωτιστικό για να βλέπεις να στρίβεις και να πατάς τα κουμπιά. Οδυνηρό είναι. Κάποτε ήσουν ένας άνθρωπος με ελπίδες και όνειρα. Τώρα δυσκολεύεσαι να πάρεις ανάσες και νομίζεις ότι φταίει το τσιγάρο. Και η νύχτα ξεδιπλώνεται ακόμα κι εσύ σκέφτεσαι τις λάθος επιλογές σου. Τι πήγε στραβά; Είσαι καλό παιδί καταβάθος.

Κάνει ζέστη. Πόσους βαθμούς παίζει να έχει έξω; Ανάβεις ένα κωλοανεμιστήρα της συμφοράς και τον βάζεις να σε φυσάει στα μούτρα. Έχεις ακόμα ψύξη από την προηγούμενη φορά που έκανες αυτή τη μαλακία, αλλά ζεσταίνεσαι ανελέητα. Σαν να παίρνουν φωτιά τα μπούτια σου όταν ακουμπάνε το ένα με το άλλο. Μήπως κάτι δεν διαχειρίζεσαι σωστά; Μήπως έπρεπε να φερθείς διαφορετικά; Γιατί ποτέ σε καμία σχέση δεν κατάφερες να είσαι ο εαυτός σου; Σηκώνεσαι για νερό. Πάλι ξέχασες να γεμίσεις μπουκάλια για το ψυγείο, το κέρατό σου.Βρίζεις από μέσα σου συνεχόμενα. "Γαμώ την πουτάνα μου, γαμώ! Εγώ φταίω. Φταίω που δέχομαι, που λυπάμαι, που νιώθω, που κάνω το μαλάκα, που δεν ήμουν ποτέ ικανή να εκδικηθώ."

Η λογοτεχνία σε κατέστρεψε. Κανένα βιβλίο δεν σε προετοίμασε ποτέ για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, για τα απωθημένα που σου μένουν μέχρι να πεθάνεις, για τα μίση που σου τρώνε το κεφάλι, γιατί όλα μπορούν να πάνε στραβά. Όλα μιλούσαν για τη λύτρωση που έρχεται και που εσύ περιμένεις και δεν έρχεται ποτέ. Ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μια αγουροξυπνημένη φίλη για το μεσονύχτιο κατούρημα. "Σε ενοχλώ; Κάνω φασαρία;", ακούστηκε η φωνή σου βραχνιασμένη και ξέπνοη. "Α, να χαθείς κόρακα. Με κοψοχόλιασες που κάθεσαι στα σκοτάδια. Όχι, ρε. Άραξε. Μια χαρά κοιμόμουνα." σου απάντησε χαλαρά. Όταν βγαίνει από την τουαλέτα σε καταλαβαίνει και ρωτάει τι έγινε. Προσπαθείς να της εξηγήσεις απλά, ενώ ταυτόχρονα ντρέπεσαι για τις σκέψεις που σε τρώνε.

Ακούς τον εαυτό σου να μιλάει και παραξενεύεσαι. Ακούγεσαι πολύ λογική και σου φαίνεται περίεργο να μιλάς τόσο ψύχραιμα σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Θυμάσαι τα βράδια που ρωτούσες τον εαυτό σου αν σε σκέφτεται τώρα, που σκεφτόσουν αν θα έρθει ποτέ ξαφνικά. Αρχίζεις να σε λυπάσαι, να σε σιχαίνεσαι. Κοιτάς το ρολόι. Πήγε 5 το πρωί. "Πάμε για ύπνο;", σου λέει κάποια στιγμή όταν δεν προχωρούσε άλλο η συζήτηση. "Άντε σήκω.", απαντάς αδιάφορα. Κάθεσαι λίγο στο laptop και χαζεύεις το τίποτα.

Ξαπλώνεις και σε παίρνει ο ύπνος. Ένας βαθιά ανήσυχος ύπνος. Μόνο περίεργα όνειρα...

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ονειδίζεις;

Είναι μύθος αυτό που λένε ότι  αν σ’αγαπάει κάποιος δεν πρόκειται να σε πληγώσει. Ίσα-ίσα το πιθανότερο είναι να σε πληγώσει. Έχει πάτημα, έχει ελευθερίες, έχει δικαιώματα. Και όταν έχεις κάτι από αυτά, ξεχνιέσαι και πατάς λίγο παραπέρα, λίγο περισσότερο. Από συνήθεια...
Κάποιος δεν μιλούσε και τον θάψαν ζωντανό, λέει ο λαός. Ντροπή. Εν + τρέπω: κατευθύνω προς τα μέσα, στρέφω στον εαυτό μου. Μια τάση για κάλυψη -κυριολεκτική ή μεταφορική, σαν ένδειξη αίσθησης υπερβολικής δημόσια επίδειξης. Αίσχος, όνειδος. Η ψυχαναλύτρια Helen B. Lewis υποστήριξε ότι: «Η εμπειρία της ντροπής αφορά άμεσα τον εαυτό, που είναι και το επίκεντρο και της αξιολόγησης». Δεν επικεντρώνεσαι στην πράξη (Αυτό είναι η ενοχή. Άλλο πράγμα!). Η ντροπή είναι ένα οδυνηρό συναίσθημα για τον εαυτό ενός ανθρώπου ως πρόσωπο.
Δεν ξέρω αν ποτέ ένιωσες κάτι, αν με κατάλαβες. Δεν έμαθα ποτέ τι πίστεψες.  Απλά μερικές φορές με πιάνουν χωρίς λόγο τα κλάματα. Ή τουλάχιστον για ένα λόγο που δεν έχω προσδιορίσει ακόμα. Κι ενώ δεν θα πρεπε να είμαι εγώ εκείνη που ντρέπεται, το κατάφερες κι αυτό. Δεν δικαιολογήθηκα ποτέ, δεν εξήγησα ποτέ κι όμως, δικάστηκα. Δικάστηκα για σημεία και τέρατα, για στοιχειά που δεν γνώρισα ποτέ. Ξέχασα την ψυχική μου ηρεμία κι ένας κόμπος άλυτος έμεινε από σένα. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι έκανα τότε, αλλά νομίζω ότι επέκτεινα τον εαυτό μου υπερβολικά σαν μια χορδή έτοιμη να κοπεί. Θέλει προπόνηση να μάθω να πέφτω, αντί να κρατώ επίμονα ισορροπία.
Αυτό που με πειράζει περισσότερο είναι ότι τράφηκε πολύς κόσμος από την ψυχή μου. Κι εγώ συγχώρεσα πολλά...
Αυτές οι γνώσεις είναι μία προσφορά, σαν ένα μικρό φως. Και αυτή η προσφορά δεν ανταποκρίνεται σε καμία εγωιστική σκοπιμότητα.

Υ.Γ.: Πάντα υπόσχομαι ότι θα γράψω κάτι και τελικά καταλήγω να μιλάω για κάτι άσχετο. Πρέπει να σταματήσει αυτό.

Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ο Κωσταντής απήυδησε


Λύκους να φάει τα πρόβατα κι τσιάκαλους τα γίδια
Του Γκουώστα του λιβιντουνιό τουν έζουσαν τα φίδια
Γαλανουμάτα αγάπησι, την λιέγαν Λιμουνιά
Κι είχι απ' τα καλύτιρα μέσα στουν κόσμου μάτια
Για ιδέστι πώς τη γνώρισι την όμουρφη την κόρη
Ου Κουώστας πήρι πρόβατα, ιπήρι κι τα γίδια
Απκίθι στα ψηλά τα βνά κόσιηβι να βουσκήσι.
Νια μέρα ικεί ξιχάστηκι κι τουν ιπήρι ου ύπνους.
Τουν ξύπνησ' ου Αυγιρινός, τουν σήκουσιν η Πούλια
Μαύρ' είν' η νύχτα στα ιβονά, μαύρη σαν καλιακούδα
Κι ου Κουσταντής δεν ήθιλι ύπνου μι κανια 'ρκούδα.
Κίνησι κάτ' καττου χουριό, τα ζώα σαλαγούσι,
Κόρη είδ' ικεί μι του σταμνί στου λόγκου που γυρνούσι
"Οπούισι κόρη όμουρφη που πιρπατάς του γιόμα
  Ιδώ είνι κλιέφτις κι στοιχειά του λόγκου δε φουβάσι;
  Σι ποιό χουριό είν' του σπίτι σου κι πούθινις κοιμάσι;"
"Του δρόμου η έρμη έχασα κι πιρπατάου αλάργα
  Ικεία είν' του σπίτι μου κι στην Απάνου Κάργα"
"Αφήνου ιδώ τα πρόβατα, απαρατάου τα γίδια
  Μι σένα παίρνου του στρατί στου σπίτισ' να σι πάου
  Τα γαλανά τα μάτιασ' δε χόρτασα να κτάου"
Ιπήραν τστράτα ντγκαλή, του χουρταρένιου δρόμου,
Του μουνουπάτι πόβγαζι μες στην Απάνου Κάργα
Σ' όλου του δρόμου έπιζαν, μαζί χασκουγιλούσαν
"Σαν πώς σι λεν στου όνουμα όμουρφου παλικάρι;"
"Κώστα μι λένι τα πιδιά." "Κι μένα Λιμουνίτσα"
"Μ' άντρις γιμίειζ τα σταμνιά;" "Τς κουπέλις ινουούσα!"
"Ποιανού είσι συ ουρέ κουπιλιά κι τίνους θυγατέρα;"
"Η Λάμπραινα είν' η μάνα μου, του Λάμπρου έχου πατέρα"
"Αυτό κατάλαβα κι γω, γιατί τους είπις χώρια;"
"Ου κύρησμ' είνι στγκζινιτιά, ου κύρησμ' είν' στα ξένα
  Γναίκα άφκι πίσου κι πιδί, τη μάνα μου κι μένα
  Για πέσμ κι συ για του χουριόσ κι του δικόσ του σπίτι"
"Ιγώ είμ' απού του δώθι βνό κι απού του Πιριστέρι
 (Κουντά είμιστι -σκέφτηκι- για να σι κάμου ταίρι)
  Βασίλου λεν τη μάνα μου κι Σταύρου του μπατέρα
  Δρόμου πουλύ αφήσαμαν, θα πάμι παραπέρα;"
"Ιδώια είν' του σπίτι μου, του νους μη σκουτουριάειζ
  Στη μάνα σου πριν του φαϊ λουγάου να προυφτάεις
  Ιδώ πρεπ' να χουρίσουμι, να σι καληνυχτίσου
  Κι άμα θα 'νάρς ξανά τσιαδώ, σι ματασυναντήσου"
"Καληνυχτίζου ουγλήγουρα, τα ζώα να προυγκήσου
  Κουσιή του δρόμου στου γιουφύρ' να πάου πάλι πίσου
  Μα τα γαλάζια μάτιασ δε θα τα λησμουνίσου"
Χαρά εικιός ου Κουσταντής ντγκουπέλα σαν ιβρήκι
Στζ μπαξιέδις κλουτσαμπήδαγι, στα ζουντανά ρικάζ:
"Ιγώ θα πάρου τ Λιμουνιά ου κόσμους να χαλάσ' !"
Πιτάχκι όξου η μάνα του " Τ' έπαθις Κουσταντή μου;
  Βρουντάν τα τοίχια κι τα βνά, γιατί ρικάειζ πιδί μου;"
"Μάναμ καλή αγάπησα τς Λάμπρινας ντγκουπέλα
  Του γκόλου της σαν ίγλιπα μσκώνουνταν η φστανέλα
  Αν δεν την πάρου μάνα μου δεν παίρνου άλλη καμία"
"Φρόνιμους είσι Κουσταντή μ' άσκημα τώρα κρένεις
  Να σι χαρίσ' η Παναϊά, παράτα τ Λιμουνίτσα
  Τ Ζουϊτσα πέρ' απ' του Καστρί ου Σταύρους σπρουξινέβ
  Πόχει πατέρα μι λιφτά κι μάνα μι τα σπίτια
  Πόχουν τρακόσια πρόβατα κι πιντακόσια γίδια
  Ικείν να πάρς Κουστάκη μου που τς θέλουμι τς παράδις
  Μ' αφνούς να συγγινέψουμι πούνι στς καλές τς αράδις
  Κλείσι τα γίδια στου μαντρί κι κόπιασι στου σπίτι
  Σ' όχου γιαπράκια κι ντδιαγούρτ κι ιλιές για να χουρτάεις
  Σ' όχου του στρώμα μαλακό να πέεις να ξαπουστάεις"
Βαριαγκουμήθκι ου Κουσταντής σαν άκσι τα μαντάτα
Κι κβέντα μπιτ δεν έκρινι σαν έκατσι στην τάβλα
Κι ούτι τα μάτιατ σφάλισι σαν πήγι ν' ακουμπήσ.
Ν' άλλη μέρα απού τ' απουταχύ ίβρηκι του μπατέρατ
Αλλά κι εικιός ου καψιρός πάλι τα ίδια του 'πι:
"Αφού μας γλιέπς πιδάκι μου, μας έφαγιν η ψείρα
  Παρά ιμείς δεν έχουμι ούτι στουν ήλιου μοίρα
  Σήμιρα πάου στου Καστρί του μπιθιρός ναζ δείξου
  Κι στη νυφούλασ' την καλή να σ' ουμουρφουλουγήσου"
"Πατέρα ιγώ δεν έρχουμι κι ούτι πθινά παϊένου
  Στου κρίμα ισύ δε μι βλουγάς κι μένα του γκαημένου;
  Νια Λιμουνίτσα αγάπησα απ'τα χρυσά κουρίτσια
  Για νύφ' αυτήν δεν είν' καλά να πιάσου μι ναγκλίτσα;
  Πατέρα πια μιγάλουσα κι έγινα παλικάρ'. "
"Αλλά του νους δε σύμμαεις ωρέ παλιουζαγάρ"
"Μι του στριμμένου τ' άντιρου μουδέ παντρουλουγιέμι
  Σα γρούν η φάτσα τς έγινι να μην τα ξαναλιέμι"
"Θα νάρθεις πέρα θες δε θες κι μη μι νιβριάειζ
  Του γάμου κι του προυξινιό μ' αφνούς δέαμ χαλάεις"
"Δεν έρχουμι, δεν έρχουμι" "Θα νάρς, θα νάρς, θα νάρς"
"Φεύγου θα πάου απάν στα βνά, κατόπι μη μι πάρς"
"Σταύρου πού πάει του πιδί;" "Κάτσι κι μη σκανιάειζ,
  Άμα βαρέσει του βιουλί, σπίτ θα γυρίσ' να φάει"
Ου Κώστας δρόμου ικόσηψι κι έφτασι στου πουτάμ
Ιβρήκι ικεί τα πρόβατατ απκάτ από 'ναν ίσκιου
Αντάμουσι κι τ Λιμουνιά, κι αυτήν ικεία τν ήταν
"Είδα τα πρόβατα απαχπάν κι συ πθινά δεν ήσαν"
"Άσι πού ήμαν κι έλα δω να κάτσουμι αντάμα
  Σι χάλιηψα, μι χάλιηψις κι βρέθκαμαν στου κάμα"
Βάλαν του γκόλου τς καταή κι ξάπλουσαν στου χώμα
Τα σκλιά όταν αλύχταγαν ικεί τς ήταν ακόμα
Σκώθκαν, καληνύχτισαν κι τφίλση μες στμπάλα
Κι τότι μπήκι ου νους τπιδιού ουλότιλα στν αντράλα.
Σα γύρναϊ πίσου τό' κουψι κι θμήθκι ντ κουτσακέλα
Η μάνατ τν ήταν μαναχή, ου κύρστ τουν ήταν πέρα.
Αμίληγους έπιη κι έφαγι κι έπισι ν' ακουμπής
Προυϊ άκσι του μπατέρα του σαν έμπινι στου σπίτι.
Λίγου σαν έπισ' η δρουσιά κι σκώθκι αγάλι-αγάλι
Κίνση στου δρόμου του χλουρό να πάει στα γίδια πάλι.
Ντ κουπέλα πάλι ίβρηκι, κι μες σι μια βδουμάδα
Στα πρόβατα δε μπάινι μ' άφκιαστη καφαϊάδα
Ου ένας μήνας πέρασι χουρίς να καταλάβ
Τίπουτας δε ντ φανέρουνι τι του' χι να προυλάβ.
Νια μέρα πώς κι του 'ρθι αφνού κι γύρσι του μισμέρ
Κλαρίνα βάργαν μακριά κι πανηγύρ γινόταν.
Σαν πάει, κουσμουχαλασιά κι ου χουρός σιρνόταν.
"Για στάκατις ωρές πιδί κι τίνους είν' του γλέντι;"
"Παντρεύιτι ου σταυραϊτός μι ν' άσπρη ντ πιριστέρα
  Ου Κουσταντής του Σταύρου ου γιος μι τ Λία τ θυγατέρα"
Απήυδησι ου Κουσταντής κι αμπήδσι απάν ζντάβλα
"Βαστάτι κόρις τα προικιά κι σεις πιδιά τα δώρα
  Εικιό που του 'χα να σας που θα σας του κρίνου τώρα
  Ιγώ τη Λίτσα αγαπώ, τη Λίτσα θε να πάρου
  Κι αν δεν τη μπάρου μάνα μου θα παντριφτού του Χάρου"
Πέταξι ου πατέρας του πέρα τα κρασουπότρα.
"Κώστα τί κβέντις είν' αυτές κι τί βαριές κατάρις;
  Ζουϊτσα λεν τη νύφη σου, εικήν ικεί θα πάρεις
  Δε γλιέπς τί γλέντια στέριουσι για σένα ου πιθιρόςς;"
"Ου Λάμπρους είν' ου πιθιρόζμ κι ου Λίας είν' ου θκόςς."
"Ου Λιάκους ήρθι, είνι δω, ου Λάμπρους είν' στα ξένα..."
"Γλέντια σαν ματακάνιτι, λουγιάστι μι κι μένα
  Ιγώ παντρεύου τα παδιά τους δίνου την ιφκή μου
  Κι πανηγύρι γένιτι πέρα στου σπιτικό μου.
  Έφιρα είκουσ πρόβατα, σαρανταπέντι ζγούρια
  Τώρα που γύρσα απ' γκζινιτιά κι βήκα απ' τα παλιούρια
  Η κόρη μου παντρεύϊτι, βρουντήστι τα κουμπούρια
  Χουρέψτι ουραία νιες κι νιοί, βαρείτι σιες κλαρίνα
  Κι ισύ καλέ μου ζμπέθιρι κόπιασι στου χουριόμ
  Ό,τ' έχου τώρα απάν στη γης είνι κι θκός κι θκόμ
  Του γλέντι μήν αφήσιτι κι τα κουψίδια φάτι
  Κι μένα του ζουρλό παππού μην κάθιστι κι τράτι.
  Κι αύριου τ' απόγιμα απάν στουν Αϊ-Νικόλα
  Γάμου τρανό θα κάνουμι να ζήσουν τα παδιά μας
  Κι μεις να καμαρώνουμι μες στα γιράματά μας.
Κι έτσι όπους του 'πι έγινι, βρουντήσαν οι καμπάνις
Χασκουγιλάν οι μουρφουνιές κι κλαιν οι δυο οι μάνις
Κι άμα θα μιγαλώσιτι κι βρείτι ντγκουπιλιά σας
Ιμείς ιφκή θα δώσουμι, να 'ρθούμι κι στα θκα σας!



Σημείωση: Το συγκεκριμένο ποίημα δεν είναι δικό μου. Το έγραψε ένα πολύ κοντινό μου πρόσωπο και αξίζει να το δημοσιεύσω γιατί είναι απλά υπέροχο. Είναι γραμμένο σε ιαμβικό 15σύλλαβο.