Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Αν το μυαλό μου ήταν φαγητό, θα ήταν τουρλού

Είμαι ένα μυθικό πλάσμα. Ένα πλάσμα που ξαπλώνει τα βράδια σε ένα κρεβάτι από σκέψεις με ένα τσιγάρο στο πλάι, χωρίς κουράγιο να γράψει.

Το πλάσμα σηκώθηκε και έψαχνε αόριστα στο χώρο για κάτι που δεν ήταν σίγουρο. Σκεφτόταν ότι είχε αφήσει στη μέση την ιστορία του Τάκη, το άρθρο της εφημερίδας κι ένα καυστικό κείμενο για το blog. Τρωγότανε μόνο του. Έφερε δύο βόλτες ακόμα, άρπαξε το laptop και ξάπλωσε στον καναπέ. Η παράξενη ύπαρξη άρχισε να γράφει πυρετωδώς. Πότε-πότε σταματούσε για 2-3 λεπτά και συνέχιζε να γράφει. Το πλάσμα δυσκολευόταν πολύ. Ήταν μπερδεμένο. Πολλά χαρτιά, πολλές σκέψεις, πολλά αρχεία ανακατεμένα. Παλιότερα η μη συγκροτημένη βοηθούσε. Τώρα πλέον έχει σκουριάσει, σαν ένα ζώο που έζησε πολύ στην αιχμαλωσία και ξέχασε τη διαδικασία του κυνηγιού. Κυνηγάω τις λέξεις και ξεφεύγουν μέσα από τις νευρικές απολήξεις του εγκεφάλου μου, τις μυϊκές συσπάσεις της γλώσσας μου.

Στο κεφάλι μου κυκλοφορεί μια ηλίθια ανακατωσούρα, μια θολούρα αλλόκοτη. Και μέσα από το παραβρασμένο, πολτοποιημένο χυλό του μυαλού μου βγαίνει απλά μια ακαθόριστη μουτζούρα. Το να σκέφτεσαι πολύ και μάλιστα τόσο σκόρπια, βλάπτει πολύ περισσότερο από το να μη σκέφτεσαι καθόλου.

Ο παραλογισμός είναι σαν μια καλλιέργεια μυκήτων που αυξάνεται χωρίς ιδιαίτερο θρεπτικό υλικό. Θα βρει να τραφεί, να γίνει ενδοσπόρια και θα περιμένει τις κατάλληλες καταστάσεις για να μεγαλώσει.

Άσχετο σχόλιο Νο. 1: Είναι στη φύση των ανθρώπων να δέχονται πάντα πιο εύκολα το ψέμα. Είναι στη φύση τους ακόμα κι όταν το καταλαβαίνουν. Γίνονται αποδέκτες διαστρεβλωμένης αλήθειας. Μιας υποκειμενικής αλήθειας; Και πάνω σ’ αυτή την προθυμία του ανθρώπινου είδους χτίστηκε η κοινωνία.

Άσχετο σχόλιο Νο. 2: Δεν είμαι σίγουρη αν σ’ αυτή τη ζωή συγκαταλέγομαι στους πολύ γνωστικούς. Όποιος κοιμάται κάθε βράδυ ήρεμος, κάτι δεν κατάλαβε καλά. Είναι ανησυχητικό κάποιος να τα έχει βρει τόσο καλά με το υποσυνείδητό του.

Τι μας ορίζει λογικούς και τι μας ορίζει παράλογους; Ποιος θέτει τα όρια και με τι κριτήρια τα διαμορφώνει; Κάτι που είναι λογικό για μένα, είναι λογικό και για σένα; Η λογική βαδίζει χεράκι-χεράκι με την υποκειμενικότητα και ορίζεται από απρόβλεπτες μεταβλητές όπως: ο άνθρωπος, η προσωπική «ηθική», το συμφέρον, η γνώση, η εμπειρία, ο φόβος…

Δες προσεκτικά τις παρακάτω φράσεις (Οι φράσεις είναι τυχαίες και δεν σχετίζονται με το αν αντιπροσωπεύουν τις απόψεις μου ή όχι):

«Η βία συμμορφώνει»
«Τα πάντα εξαγοράζονται»
«Το σεξ είναι απλά μια βιολογική ανάγκη»
«Η εξουσία διαφθείρει»
«Οι άνθρωποι αλλάζουν»

Είμαστε σίγουροι πως οι φράσεις αυτές έχουν ως στόχο να αναλύσουν μια μορφή έγκυρου επιχειρήματος; Ποιός επιχειρηματολογεί; Υπάρχει προσωπική λογική και συλλογική λογική. Υπάρχει προσωπική ηθική και συλλογική ηθική. Υπάρχει προσωπική δικαιοσύνη και συλλογική δικαιοσύνη. Ο καθένας μέσα του πιστεύει ότι είναι σωστός, είναι «καλός», είναι λογικός. Αν δεν ήταν έτσι, τότε θα ήταν κάποιος άλλος.

Το πλάσμα βαρέθηκε. Δεν υπάρχει ειρμός. Δεν υπάρχει «λογική». Δεν έχει σκοπό να επιχειρηματολογήσει.

Άσχετο σχόλιο Νο. 3: Το ν’ αγαπάς δεν είναι τίποτα, το ν’ αγαπιέσαι είναι κάτι. Το ν’ αγαπάς και ν’ αγαπιέσαι είναι το πάν.

Υ.Γ.: Ζητώ επιείκεια. Έχω πάρα πολύ καιρό να γράψω. Δεν είμαι πάρα πολύ περήφανη για το κείμενο.

Υ.Γ.2: Κι επειδή θέλω να τιμήσω μια φίλη μου. «Άντρας χωρίς κοιλιά, σπίτι χωρίς μπαλκόνι!»


Καληνύχτα, ψάρια μου.

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Είναι μεγάλες οι νύχτες

Και έτσι ξαφνικά έχεις έμπνευση. Γενικά, έχεις έμπνευση σε πολύ έντονες στιγμές. Και βαριέσαι να πατήσεις, ρε φιλαράκι τα κουμπιά γιατί πήγε 3 και δεν μπορείς να κάνεις καταχρήσεις για να στέκεσαι πλέον. Για την υγεία, σου λέει ο άλλος. Παπαριές! Και τι δεν θα 'δινες για μια μυρωδάτη κατάχρηση. Μπορεί σου περνούσε η ένταση. Μπορεί να σε έπαιρνε επιτέλους ο πούστης ο ύπνος να ησυχάσεις.

Που λες πάει 3 το πρωί και για να μην κοιμηθείς ο εγκέφαλος σου περνάει από κόσκινο μόνος του. Και κάνεις μια ανασκόπηση για τις σχέσεις τις ζωής σου. Εκεί είναι που δεν κοιμάσαι. Ο Δ. ήταν πολύ μεγάλο καθίκι τελικά και χτυπιόμουνα χρόνια. Και ο Θ. για μπάτσες ήταν και ο Ν. πάλι και ο Ε. και ο Π. κ.ο.κ. Περιπτωσάρες μία και μία όλοι τους. Και λες γιατί ρε πούστη μου το μοναδικό κοινό που έχουν όλοι αυτοί να είναι εγώ; Αν είσαι ηλίθιος λες με κυνηγάνε οι μαλάκες. Αν το σκεφτείς λίγο διαφορετικά, λες μήπως τους κυνηγάω εγώ; Και κάπου εκεί φτάνεις στο σημείο τραγικής ειρωνίας να παραδέχεσαι κρυφά από μέσα σου: "Ο Μ. ήταν καλό παιδί και ο μόνος που με νοιάστηκε πραγματικά." Κι ήταν κι ο μόνος που χώρισες εσύ κι όχι αυτός εσένα. Κι εκεί καταλαβαίνεις ότι έχεις προβλήματα.

Ανάβεις ένα τσιγάρο να το σκεφτείς καθαρά. Γαμώ την έμπνευση, γαμώ. Όταν είσαι σε πλήρη επαγρύπνηση αρχίζουν και χάνονται οι λέξεις. Σαν να θέλουν να έρθουν μονάχα όταν δεν είσαι νηφάλιος. Αδειάζεις το ένα τασάκι μέσα στο άλλο γιατί βαριέσαι να σηκωθείς να πετάξεις τα σκουπίδια.Σε τυφλώνει και το φως από laptop, αλλά δεν ψήνεσαι να ανάψεις το φως να τα γράψεις σε χαρτί. Σταματάς. Ανάβεις το φωτιστικό για να βλέπεις να στρίβεις και να πατάς τα κουμπιά. Οδυνηρό είναι. Κάποτε ήσουν ένας άνθρωπος με ελπίδες και όνειρα. Τώρα δυσκολεύεσαι να πάρεις ανάσες και νομίζεις ότι φταίει το τσιγάρο. Και η νύχτα ξεδιπλώνεται ακόμα κι εσύ σκέφτεσαι τις λάθος επιλογές σου. Τι πήγε στραβά; Είσαι καλό παιδί καταβάθος.

Κάνει ζέστη. Πόσους βαθμούς παίζει να έχει έξω; Ανάβεις ένα κωλοανεμιστήρα της συμφοράς και τον βάζεις να σε φυσάει στα μούτρα. Έχεις ακόμα ψύξη από την προηγούμενη φορά που έκανες αυτή τη μαλακία, αλλά ζεσταίνεσαι ανελέητα. Σαν να παίρνουν φωτιά τα μπούτια σου όταν ακουμπάνε το ένα με το άλλο. Μήπως κάτι δεν διαχειρίζεσαι σωστά; Μήπως έπρεπε να φερθείς διαφορετικά; Γιατί ποτέ σε καμία σχέση δεν κατάφερες να είσαι ο εαυτός σου; Σηκώνεσαι για νερό. Πάλι ξέχασες να γεμίσεις μπουκάλια για το ψυγείο, το κέρατό σου.Βρίζεις από μέσα σου συνεχόμενα. "Γαμώ την πουτάνα μου, γαμώ! Εγώ φταίω. Φταίω που δέχομαι, που λυπάμαι, που νιώθω, που κάνω το μαλάκα, που δεν ήμουν ποτέ ικανή να εκδικηθώ."

Η λογοτεχνία σε κατέστρεψε. Κανένα βιβλίο δεν σε προετοίμασε ποτέ για τους ανεκπλήρωτους έρωτες, για τα απωθημένα που σου μένουν μέχρι να πεθάνεις, για τα μίση που σου τρώνε το κεφάλι, γιατί όλα μπορούν να πάνε στραβά. Όλα μιλούσαν για τη λύτρωση που έρχεται και που εσύ περιμένεις και δεν έρχεται ποτέ. Ανοίγει η πόρτα και βγαίνει μια αγουροξυπνημένη φίλη για το μεσονύχτιο κατούρημα. "Σε ενοχλώ; Κάνω φασαρία;", ακούστηκε η φωνή σου βραχνιασμένη και ξέπνοη. "Α, να χαθείς κόρακα. Με κοψοχόλιασες που κάθεσαι στα σκοτάδια. Όχι, ρε. Άραξε. Μια χαρά κοιμόμουνα." σου απάντησε χαλαρά. Όταν βγαίνει από την τουαλέτα σε καταλαβαίνει και ρωτάει τι έγινε. Προσπαθείς να της εξηγήσεις απλά, ενώ ταυτόχρονα ντρέπεσαι για τις σκέψεις που σε τρώνε.

Ακούς τον εαυτό σου να μιλάει και παραξενεύεσαι. Ακούγεσαι πολύ λογική και σου φαίνεται περίεργο να μιλάς τόσο ψύχραιμα σε σχέση με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Θυμάσαι τα βράδια που ρωτούσες τον εαυτό σου αν σε σκέφτεται τώρα, που σκεφτόσουν αν θα έρθει ποτέ ξαφνικά. Αρχίζεις να σε λυπάσαι, να σε σιχαίνεσαι. Κοιτάς το ρολόι. Πήγε 5 το πρωί. "Πάμε για ύπνο;", σου λέει κάποια στιγμή όταν δεν προχωρούσε άλλο η συζήτηση. "Άντε σήκω.", απαντάς αδιάφορα. Κάθεσαι λίγο στο laptop και χαζεύεις το τίποτα.

Ξαπλώνεις και σε παίρνει ο ύπνος. Ένας βαθιά ανήσυχος ύπνος. Μόνο περίεργα όνειρα...

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Ονειδίζεις;

Είναι μύθος αυτό που λένε ότι  αν σ’αγαπάει κάποιος δεν πρόκειται να σε πληγώσει. Ίσα-ίσα το πιθανότερο είναι να σε πληγώσει. Έχει πάτημα, έχει ελευθερίες, έχει δικαιώματα. Και όταν έχεις κάτι από αυτά, ξεχνιέσαι και πατάς λίγο παραπέρα, λίγο περισσότερο. Από συνήθεια...
Κάποιος δεν μιλούσε και τον θάψαν ζωντανό, λέει ο λαός. Ντροπή. Εν + τρέπω: κατευθύνω προς τα μέσα, στρέφω στον εαυτό μου. Μια τάση για κάλυψη -κυριολεκτική ή μεταφορική, σαν ένδειξη αίσθησης υπερβολικής δημόσια επίδειξης. Αίσχος, όνειδος. Η ψυχαναλύτρια Helen B. Lewis υποστήριξε ότι: «Η εμπειρία της ντροπής αφορά άμεσα τον εαυτό, που είναι και το επίκεντρο και της αξιολόγησης». Δεν επικεντρώνεσαι στην πράξη (Αυτό είναι η ενοχή. Άλλο πράγμα!). Η ντροπή είναι ένα οδυνηρό συναίσθημα για τον εαυτό ενός ανθρώπου ως πρόσωπο.
Δεν ξέρω αν ποτέ ένιωσες κάτι, αν με κατάλαβες. Δεν έμαθα ποτέ τι πίστεψες.  Απλά μερικές φορές με πιάνουν χωρίς λόγο τα κλάματα. Ή τουλάχιστον για ένα λόγο που δεν έχω προσδιορίσει ακόμα. Κι ενώ δεν θα πρεπε να είμαι εγώ εκείνη που ντρέπεται, το κατάφερες κι αυτό. Δεν δικαιολογήθηκα ποτέ, δεν εξήγησα ποτέ κι όμως, δικάστηκα. Δικάστηκα για σημεία και τέρατα, για στοιχειά που δεν γνώρισα ποτέ. Ξέχασα την ψυχική μου ηρεμία κι ένας κόμπος άλυτος έμεινε από σένα. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι έκανα τότε, αλλά νομίζω ότι επέκτεινα τον εαυτό μου υπερβολικά σαν μια χορδή έτοιμη να κοπεί. Θέλει προπόνηση να μάθω να πέφτω, αντί να κρατώ επίμονα ισορροπία.
Αυτό που με πειράζει περισσότερο είναι ότι τράφηκε πολύς κόσμος από την ψυχή μου. Κι εγώ συγχώρεσα πολλά...
Αυτές οι γνώσεις είναι μία προσφορά, σαν ένα μικρό φως. Και αυτή η προσφορά δεν ανταποκρίνεται σε καμία εγωιστική σκοπιμότητα.

Υ.Γ.: Πάντα υπόσχομαι ότι θα γράψω κάτι και τελικά καταλήγω να μιλάω για κάτι άσχετο. Πρέπει να σταματήσει αυτό.